blank '/> Εν Σώματι Υγιεί - Α.Σ. ΑμεΑ Βέροιας: Εγκυμοσύνη και Άσκηση για Γυναίκες με Χρόνιες Παθήσεις

Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

Εγκυμοσύνη και Άσκηση για Γυναίκες με Χρόνιες Παθήσεις

Εγκυμοσύνη και Άσκηση για Γυναίκες με Χρόνιες Παθήσεις

Σακχαρώδης Διαβήτης - Οστεοπορωση - Παχυσαρκία - Ψυχικές Νόσοι

 


Μαρία Κοντονή*
Καθηγήτρια Ε.Φ.Α.

Στις γυναίκες που πάσχουν από κάποια χρόνια πάθηση και βρίσκονται σε κατάσταση εγκυμοσύνης, συνήθως η άσκηση δεν είναι κάτι που ενδείκνυται. Παρόλα αυτά, αν οι γυναίκες αυτές θέλουν και επιμένουν να αθλούνται, τότε υπόκεινται υποχρεωτικά σε αυστηρό ιατρικό έλεγχο. Οι χρόνιες παθήσεις που είναι επικίνδυνες για τις έγκυες γυναίκες είναι η εξής:

  1. Καρδιοπάθειες
  2. Σακχαρώδης διαβήτης
  3. Οστεοπόρωση
  4. Οστεοαρθρίτιδα
  5. Παχυσαρκία
  6. Νεφρίτιδα
  7. Υπερθυρεοειδισμός
  8. Χολολιθίαση
  9. Φυματίωση
  10. Βρογχιεκτασίες και
  11. Αφροδίσια νοσήματα
  12. Ψυχικές Νόσοι / Ψυχολογικά Προβλήματα
Στη συνέχεια θα αναλυθούν οι κυριότερες χρόνιες παθήσεις που συνδέονται με τη σύγχρονη γυναίκα, τις επιπτώσεις που έχουν στην εγκυμοσύνη και πως η άσκηση δρα θετικά στην εξέλιξη τους.

1. Σακχαρώδης Διαβήτης
  
      Ο σακχαρώδης διαβήτης αποτελεί μια συχνή χρόνια πάθηση, που εκδηλώνεται τόσο σε νέα, όσο και σε ενήλικα άτομα. Το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της πάθησης είναι η εμφάνιση υπεργλυκαιμίας και προκαλεί διαταραχή στο μεταβολισμό των υδατανθράκων, πρωτεϊνών, λιπών, νερού και ηλεκτρολυτών. Οφείλεται κατά κανόνα σε ανεπάρκεια στην έκκριση ινσουλίνης από τα κύτταρα του παγκρέατος. Τα αίτια του σακχαρώδους διαβήτη δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένα, ωστόσο σημαντικός προδιαθετικός παράγοντας είναι η κληρονομικότητα, η παχυσαρκία, το φύλο, η ηλικία και διάφορα ενδοκρινικά νοσήματα (Δεληγιάννης, 1992).
Οι έγκυες γυναίκες που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη, έχουν αυξημένο κίνδυνο αποβολών, ιδίως στο πρώτο τρίμηνο της κυήσεως, όσο και συγγενών ανωμαλιών κατά τη γέννηση με αυξημένα ποσοστά για νεογνά πολύ χαμηλού ή πολύ υψηλού βάρους, αλλά και προβλήματα κατά τη διάρκεια του ίδιου του τοκετού. Γι' αυτό άλλωστε και πολλοί γυναικολόγοι προτιμούν την καισαρική ως μέθοδο τοκετού, αν και εκτός συγκεκριμένων ενδείξεων δεν προσφέρει ιδιαίτερα πλεονεκτήματα σε σχέση με τον φυσιολογικό τοκετό. Το ενθαρρυντικό στοιχείο είναι πως μια καλή προγεννητική προετοιμασία πριν από τη σύλληψη και μια σωστή φροντίδα, που θα περιλαμβάνει απαραίτητα και μια πολύ καλή ρύθμιση του σακχάρου τουλάχιστον δύο με τρεις μήνες πριν από τη σχεδιαζόμενη προσπάθεια σύλληψης, μπορεί να ελαττώσουν όλα τα προβλήματα και να προλάβουν τις επιπλοκές που τυχόν θα μπορούσαν να παρουσιαστούν στην υποψήφια μητέρα και το έμβρυο (Samsoe, 1984).
Πριν από όλα, το συντομότερο δυνατόν θα πρέπει η υποψήφια μητέρα να συμβουλευτεί από ειδικό γιατρό για ότι έχει σχέση με την κύηση, την άριστη ρύθμιση του σακχάρου σε τιμές πολύ κοντά προς τις φυσιολογικές και όσο το δυνατόν νωρίτερα από τη σύλληψη, αλλά και κατά τη διάρκεια της κυήσεως ιδίως για το πρώτο τρίμηνο (στατιστικά οι πιο πολλές αποβολές και οι συγγενείς ανωμαλίες συμβαίνουν τότε). Καλό θα ήταν επίσης να γίνει σύσταση στη γυναίκα να μην προσπαθήσει να μείνει έγκυος πριν πετύχει και σταθεροποιήσει μια πολύ καλή ρύθμιση σακχάρου όλο το 24ωρο προ και μετά τα γεύματα. Οι γυναίκες με διαβήτη θα πρέπει να γνωρίζουν ότι η κύηση είναι μια θαυμάσια, αλλά τελείως διαφορετική κατάσταση και οι ανάγκες τους σε ινσουλίνη μπορεί να αλλάξουν τελείως. Ο σακχαρώδης διαβήτης επιπλέκει το 3-5% των κυήσεων και είναι ο κύριος παράγοντας αυξημένης θνητότητας και θνησιμότητας για τη μητέρα και το παιδί. Μόνο η άριστη ρύθμιση του σακχάρου σε τιμές όσο το δυνατόν πλησιέστερες στα φυσιολογικά μπορεί να ελαχιστοποιήσει αυτές τις επιπτώσεις (Skinner, 1993).
Οι γυναίκες με διαβήτη ινσουλινοθεραπευόμενο (τύπου Ι) πρέπει να παρακολουθούν με τακτικές μετρήσεις τόσο τα προγευματικά όσο και τα μεταγευματικά σάκχαρα και να έχουν εκπαιδευθεί ώστε να μπορούν να αυξομειώνουν τις δόσεις της ινσουλίνης ανάλογα με τα γεύματα αλλά και να γνωρίζουν να κάνουν τις απαραίτητες επιπλέον ενέργειες ώστε να διορθώνουν τις τιμές σακχάρου εκτός ορίων.  Στον τύπου ΙΙ σακχαρώδη διαβήτη, οι μετρήσεις σακχάρου είναι απαραίτητες το πρωί νηστικοί, 1-2 ώρες μετά τα γεύματα και ίσως προ του ύπνου. Φυσικά αυτό θα πρέπει να γίνεται πολύ πιο νωρίς από τη σύλληψη και να συνδυάζεται με σωστή διατροφή και σωματική άσκηση. Δυστυχώς, διαθέσιμες μελέτες αναφέρουν ότι οι γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη που προγραμματίζουν σωστά μια κύηση δεν ξεπερνούν το 41%. Χρειάζεται λοιπόν ευαισθητοποίηση και περισσότερη εκπαίδευση των γιατρών και της κοινωνίας, γιατί θα πρέπει να αυξηθεί η πρόσβαση όλων, αλλά ιδίως των νέων γυναικών, σε φορείς υγείας που θα τις υποστηρίξουν και θα τους δώσουν την κατάλληλη εκπαίδευση και οδηγίες για να χαρούν μια ασφαλή και χωρίς προβλήματα κύηση (Leon, 1993).
Η συστηματική άσκηση δεν είναι κάτι που απαγορεύεται στις έγκυες γυναίκες που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη. Θα πρέπει να αποφεύγεται μόνο εάν ο σακχαρώδης διαβήτης δεν είναι πλήρως ρυθμισμένος, όταν υπάρχουν σοβαρές αγγειακές ή δερματικές  επιπλοκές στα κάτω άκρα ή όταν εμφανίζεται διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια ή νεφροπάθεια.
Αερόβια άσκηση, όπως βάδισμα, ελαφρύ τρέξιμο, ποδήλατο και κολύμβηση συνίστανται 3 φορές/εβδομάδα με διάρκεια τουλάχιστον 30’. Μεγάλη προσοχή απαιτείται στην διατροφή και τη δόση ινσουλίνης της ασκούμενης, λόγω του κινδύνου εμφάνισης υπογλυκαιμίας κατά την άσκηση. Συνήθως συνίσταται ένα ελαφρύ γεύμα 20-30’ πριν από την άσκηση, αλλά αυτό εξαρτάται από το χρόνο, το είδος και την ένταση της (Δεληγιάννης, 1992, 1997).


2. Οστεοπόρωση

      Η οστεοπόρωση αποτελεί ένα πολύ συχνό ιατρικό πρόβλημα, κυρίως στους ηλικιωμένους και ιδιαίτερα στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση. Οφείλεται σε απώλεια των οστικών αλάτων, που αποτελούν το 90% της οστικής μάζας. Τα αίτια της είναι η ελαττωμένη πρόσληψη ασβεστίου, η κακή απορρόφηση του ασβεστίου από τον πεπτικό σωλήνα, η κληρονομικότητα και η απουσία φυσικής δραστηριότητας. Η οστεοπόρωση, αν αναλογιστεί κανείς την ηλικία που συνήθως εμφανίζεται, θα μπορούσε να πει, ότι δεν είναι κάτι που θα έπρεπε να απασχολεί τις γυναίκες που βρίσκονται στην αναπαραγωγική ηλικία. Είναι γεγονός όμως, ότι η μέση ενήλικη γυναίκα από τα 35 έτη και άνω, χάνει κάθε χρόνο 0,5-1% της οστικής της μάζας και για το λόγο αυτό, τα πρώτα συμπτώματά της μπορεί να κάνουν την εμφάνιση τους πολύ πριν την εμμηνόπαυση και ίσως κατά τη διάρκεια μιας εγκυμοσύνης. Η οστεοπόρωση εκδηλώνεται με διάχυτα οστικά άλγη, ενώ προδιαθέτει την εμφάνιση καταγμάτων. Οι γυναίκες που εγκυμονούν και βρίσκονται στην κρίσιμη ηλικία για την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων της νόσου, έχουν αυξημένες ανάγκες διατροφής και συγκεκριμένα, ασβεστίου για την σωστή ανάπτυξη του εμβρύου, θα πρέπει να ασκούνται συστηματικά, γιατί οι έρευνες έχουν δείξει ότι εξαιτίας της μηχανικής φόρτισης που προκαλεί η άσκηση στον σκελετό, αναστέλλεται ή επιβραδύνεται η απώλεια της οστικής μάζας και έτσι καθυστερεί η εξέλιξη της νόσου (Bouchard, 1990, Δεληγιάννης, 1992).


3. Άγχος / Ψυχολογικά προβλήματα

      Τα διάφορα ψυχολογικά προβλήματα και το άγχος, είναι δυστυχώς μια πολύ συνηθισμένη διαταραχή για το σύγχρονο άνθρωπο. Το άγχος αποτελεί συνήθως μια παροδική αντίδραση του οργανισμού στην εξωτερική πίεση, που μπορεί να προέρχεται από ποικίλα αίτια. Αν αυτή η πίεση είναι παρατεταμένη, τότε μπορεί να προκληθούν πιο σοβαρά προβλήματα (κατάθλιψη) που απαιτούν ιατροφαρμακευτική αντιμετώπιση. Η εγκυμοσύνη, είναι ένας παράγοντας που προκαλεί ψυχολογικά προβλήματα και άγχος, εξαιτίας όλων των μορφολογικών και λειτουργικών αλλαγών που συμβαίνουν στο σώμα της γυναίκας. Ορισμένες φορές, το άγχος μπορεί να συνοδεύεται και από άλλα προβλήματα όπως ανησυχία, φόβο και πανικό, μέχρι και άλλα πιο σοβαρά συμπτώματα ψυχοσωματικά, όπως ταχυκαρδία, δύσπνοια, απώλεια βάρους, αϋπνία, ανορεξία κ.α. Σε αυτές τις περιπτώσεις η ψυχολογική υποστήριξη και η χορήγηση ψυχοφαρμάκων είναι απαραίτητες, όχι όμως στις έγκυες γυναίκες, γιατί η χορήγηση φαρμάκων δύναται να προκαλέσει προβλήματα στην ανάπτυξη του εμβρύου.
Είναι επιστημονικά αποδεκτό πλέον, ότι η φυσική δραστηριότητα συμβάλλει αποτελεσματικά στην καταπολέμηση του άγχους, επειδή η συστηματική γύμναση απομακρύνει τους παράγοντες που προκαλούν άγχος, ενώ αντίθετα αυξάνει την αυτοπεποίθηση και προσφέρει ηρεμία. Δραστηριότητες που συνίστανται σε αυτές τις περιπτώσεις είναι η κολύμβηση, το ελαφρύ τρέξιμο, το βάδισμα και όχι τα ανταγωνιστικά αθλήματα και αθλήματα επαφής, τα οποία ούτως ή άλλως δεν επιτρέπονται στις γυναίκες στην περίοδο της εγκυμοσύνης. (American College of Sports Medicine, 1980, Δεληγιάννης, 1992).


4. Παχυσαρκία 

    Ανάμεσα στις αιτίες που οδηγούν στην παχυσαρκία, από τις πρώτες θέσεις καταλαμβάνει η πολυφαγία και η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας, δύο συνήθειες που χαρακτηρίζουν κυρίως άτομα ανεπτυγμένων χωρών. Η υποκινητικότητα οδηγεί σε θετικό θερμιδικό ισοζύγιο κάτι που στην πράξη σημαίνει εναπόθεση υποδόριου λίπους. Οι έρευνες έδειξαν, ότι τα παχύσαρκα άτομα απέχουν συνειδητά από φυσικές σωματικές δραστηριότητες, όπως το ανέβασμα της σκάλας, οι περίπατοι κ.α.. Ως παράγοντας πρόληψης και θεραπείας της παχυσαρκίας και των επιπτώσεων της, αποτελεί η αυξημένη φυσική δραστηριότητα. Στην παχυσαρκία οφείλονται πολλά από τα καρδιαγγειακά νοσήματα και τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια (πιν. 1). Στα άτομα που πάσχουν από παχυσαρκία, εμφανίζονται τόσο λειτουργικές διαταραχές της καρδιάς (αύξηση όγκου αίματος, καρδιακής παροχής, καρδιακού έργου), όσο και μορφολογικές μεταβολές (υπερτροφία καρδιακών κοιλοτήτων) (Bouchard, 1990). Οι διαταραχές αυτές μπορούν να οδηγήσουν μακροπρόθεσμα σε καρδιακή ανεπάρκεια συμφορητικού τύπου, και μαζί με τις διαταραχές από τα άλλα όργανα, αναδεικνύουν την παχυσαρκία ως μία από τις κύριες αιτίες θανάτου παγκοσμίως και στα δύο φύλα και σε όλες τις ηλικίες. 

Πίνακας 1: Παθολογικές καταστάσεις που συνοδεύουν την παχυσαρκία (κλικ για μεγέθυνση)
Είναι γενικά αποδεκτό πως η σωστή διατροφή και η άσκηση, παίζουν σημαντικό ρόλο στις στρατηγικές αντιμετώπισης της παχυσαρκίας των ενηλίκων. Ως θεραπευτική αντιμετώπιση, η άσκηση προκαλεί ελάττωση του σωματικού βάρους, αλλά και βελτιώνει σε σημαντικό βαθμό τη φυσική κατάσταση του οργανισμού για εργασία και προκαλεί ανάταση της ψυχολογικής του κατάστασης. Εκτός των άλλων, η άσκηση έχει θετική επίδραση στη λειτουργία πολλών συστημάτων του οργανισμού. Ειδικά όταν το άτομο που πάσχει από παχυσαρκία είναι γυναίκα σε κατάσταση εγκυμοσύνης, τότε η κατάσταση περιπλέκεται, γιατί ο ήδη επιβαρυμένος οργανισμός από τα περιττά κιλά, έχει να αντιμετωπίσει τις λειτουργικές και μορφολογικές αλλαγές της εγκυμοσύνης. Τότε είναι που άσκηση είναι επιτακτική ανάγκη για την σωματική υγεία της εγκύου γυναίκας, αλλά και τη σωστή ανάπτυξη του εμβρύου. Ειδικότερα τα ευνοϊκά αποτελέσματα της συστηματικής άσκησης στην παχυσαρκία είναι τα εξής:

  1. Ελάττωση του σωματικού βάρους.
  2. Θετική επίδραση στον μεταβολισμό.
  3. Θετική επίδραση στο καρδιαγγειακό σύστημα.
  4. Θετική επίδραση στο μυοσκελετικό σύστημα.
  5. Θετική επίδραση στο αναπνευστικό σύστημα κ.α..
Η άσκηση στα άτομα με παχυσαρκία συνοδεύεται από μεγάλο ποσοστό κινδύνων συγκριτικά με άτομα κανονικού βάρους, ειδικά όταν δεν λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα. Είναι περισσότερο πιθανό να παρουσιαστούν προβλήματα κατά την άσκηση, όταν πρόκειται για παχύσαρκη γυναίκα σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Το μεγάλο ποσοστό κινδύνου οφείλεται στο γεγονός ότι τα περισσότερα παχύσαρκα άτομα είναι άτομα με μειωμένη φυσική δραστηριότητα και επομένως το μυοσκελετικό τους σύστημα δεν είναι κατάλληλα προετοιμασμένο για να δεχτούν τις επιβαρύνσεις που απαιτούν οι περισσότερες ασκήσεις. Επιπλέον, οι παχύσαρκες γυναίκες επιφορτίζονται με την μετακίνηση του ήδη υπέρβαρου σώματός τους. Έτσι δεν είναι απορίας άξιο το γεγονός ότι οι κακώσεις των μυών ή των συνδέσμων εμφανίζονται σε αυξημένη συχνότητα. Επιπλοκές μπορούν να προκύψουν και από το καρδιαγγειακό σύστημα ή να εκδηλωθεί επιδείνωση σε ήδη υπάρχουσες διαταραχές που οφείλονται στην παχυσαρκία.. Για την πρόληψη αυτών των επιπλοκών, η άσκηση στην παχύσαρκη έγκυο γυναίκα, θα πρέπει να γίνεται απαραίτητα μετά από άδεια από τον επιβλέπων ιατρό και αφού έχει προηγηθεί συστηματικός ιατρικός έλεγχος, που να περιλαμβάνει δοκιμασία κόπωσης σε δαπεδοεργόμετρο ή εργομετρικό ποδήλατο (Skinner, 1993).

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ένταξη στα προγράμματα άσκησης θα πρέπει να γίνεται προοδευτικά με ιδιαίτερη προσοχή κατά την προθέρμανση και την αποθεραπεία που απαραίτητα θα πρέπει να συνοδεύουν το κύριο μέρος της άσκησης. Επίσης θα πρέπει στην αρχή των προγραμμάτων άσκησης, τα παχύσαρκα άτομα να ενθαρρύνονται και να υποστηρίζονται ψυχολογικά, γιατί οι λόγοι απογοήτευσης είναι πάρα πολλοί (εύκολη κόπωση, μη θεαματική μείωση του βάρους, αδυναμία εκτέλεσης ορισμένων ασκήσεων κ.α.) και οδηγούν συνήθως σε εγκατάλειψη της προσπάθειας.
Για να έχει ωφέλιμα αποτελέσματα η άσκηση θα πρέπει να είναι κυρίως αεροβικού χαρακτήρα, να γίνεται τουλάχιστον 3-4 φορές/εβδομάδα, με διάρκεια 30-60’ και με ένταση που να αντιστοιχεί περίπου στο 50-85% της μέγιστης πρόσληψης οξυγόνου ή στο 60-90% της μέγιστης προβλεπόμενης καρδιακής συχνότητας, κάτι το οποίο δεν ισχύει πάντα στις γυναίκες κατά την εγκυμοσύνη, όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενο κεφάλαιο. Οι πλέον κατάλληλες ασκήσεις για παχύσαρκα άτομα είναι το βάδισμα, η κολύμβηση, η ποδηλασία, ο χορός και το ελαφρύ τρέξιμο, αρκεί να μην επιβαρύνονται οι σύνδεσμοι και αρθρώσεις σε υπερβολικό βαθμό. Για να φανούν τα αποτελέσματα από την άσκηση, χρειάζεται να περάσουν αρκετές εβδομάδες, ενώ αντίθετα η διακοπή της συμμετοχής σε προγράμματα συστηματικής άσκησης, επαναφέρει γρήγορα το σωματικό βάρος στα προ της άσκησης επίπεδα (Δεληγιάννης, 1992, 1997).

 

Βιβλιογραφία: 
  1. Δεληγιάννης, Α. (1992). Ιατρική της Άθλησης. Θεσσαλονίκη: UniversityStudioPress.
  2.  Δεληγιάννης, Α. (1997). Ιατρική της Άσκησης: Από τη Θεωρία στην Πράξη. Θεσσαλονίκη: University Studio Press. 
  3. American College of Sports Medicine (1980). Guidelines for Graded Exercise Testing and Exercise Prescription. 2nd ed. Philadelphia: Lea and Febiger.
  4. Bouchard, C. (1990). Exercise, fitness and health. Champaign: Human Kinetics Books.
  5. Samsoe, M. (1984). Prescription of Exercise for the Atypical Patient with Diabetes, Obesity or Pulmonary Disease. In: Cardiac Rehabilitation. L. Hall, C. Meyer, H. Helerstin (eds). Champaign: Life Enhancement Publications. 
  6. Skinner, J. (1993). Exercise testing and exercise prescription for special cases. Philadelphia: Lea and Febiger. 

Σας άρεσε: Μοιραστείτε το!!

  
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα:

H Μαρία Κοντονή είναι Καθηγήτρια Φυσικής Αγωγής, απόφοιτη του Τ.Ε.Φ.Α.Α. Δ.Π.Θ. με κύρια ειδικότητα Προσαρμοσμένη Φυσική Αγωγή και δευτερεύουσες ειδικότητες Αερόμπικ και Μαζικός Αθλητισμός. Είναι προπονήτρια της Εθνικής Ομάδας Χιονοδρομίας των Special Olympics Hellas στο αγώνισμα της κατάβασης με μεγαλύτερη διάκριση το Χρυσό Μετάλλιο στο Αλπικό Σκι στους Παγκόσμιους Χειμερινούς Αγώνες Special Olympics στην Ν. Κορέα το 2013. Ασχολείται με την Ειδική Φυσική Αγωγή στην εκπαίδευση και συμμετέχει σε συλλόγους και φορείς που προωθούν και προασπίζουν τα δικαιώματα των ΑμεΑ. Η Μαρία Κοντονή γεννήθηκε, ζει και εργάζεται στη Βέροια και είναι συνεργάτης και ιδρυτικό μέλος του Α.Σ. Ανάπτυξης Πολιτισμού Προσαρμοσμένου & Ερασιτεχνικού Αθλητισμού «Εν Σώματι Υγιεί».

Contact:
Email: konto_maria@yahoo.gr 
Facebook: Μαρία Κοντονή
 


Άρθρο της ίδιας στην ιστοσελίδα μας:

Έμμηνος Ρύση: Επηρεάζει ή Επηρεάζεται από την Άσκηση…;







Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου