blank '/> Εν Σώματι Υγιεί - Α.Σ. ΑμεΑ Βέροιας: Παχυσαρκία, φυσική δραστηριότητα, φυσική κατάσταση και διατροφή σε παιδιά του Δημοτικού

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

Παχυσαρκία, φυσική δραστηριότητα, φυσική κατάσταση και διατροφή σε παιδιά του Δημοτικού

Παχυσαρκία, Φυσική Δραστηριότητα, Φυσική Κατάσταση και Διατροφή σε παιδιά του Δημοτικού

 


 Χριστόδουλος Α.*, Δούδα Ελ., Τοκμακίδης Σ.

Η παχυσαρκία τις τελευταίες δεκαετίες έχει λάβει διεθνώς διαστάσεις επιδημίας, τόσο στους ενήλικες, όσο και στα παιδιά και τους εφήβους1. Η διόγκωση του προβλήματος της παχυσαρκίας στην παιδική ηλικία συνιστά μια εξαιρετικά ανησυχητική κατάσταση, δεδομένου ότι τα παχύσαρκα παιδιά αντιμετωπίζουν αυξημένη πιθανότητα να γίνουν παχύσαρκοι ενήλικες2. Παράλληλα εκθέτουν την υγεία τους σε σοβαρούς κινδύνους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται το δυσμενές προφίλ καρδιαγγειακού και μεταβολικού κινδύνου και η αυξημένη μελλοντικά καρδιαγγειακή νοσηρότητα και θνησιμότητα3.
Η παχυσαρκία είναι μια νόσος με γενετικές και περιβαλλοντικές συνιστώσες. Παρά το ισχυρό γενετικό της υπόβαθρο, φαίνεται ότι καθοριστικό ρόλο στην παθογένεσή της διαδραματίζουν επίσης συγκεκριμένες περιβαλλοντικές επιδράσεις και παράγοντες του τρόπου ζωής. Ομόχρονες μελέτες έδειξαν ότι τα παχύσαρκα παιδιά εμφανίζουν χαμηλά επίπεδα σωματικής δραστηριότητας, μειωμένες επιδόσεις στις περισσότερες δοκιμασίες φυσικής κατάστασης και διαφορετικά διατροφικά πρότυπα σε σχέση με συνομήλικά τους παιδιά φυσιολογικού βάρους4,5. Επομένως, η έγκαιρη ανίχνευση των συμπεριφορών που σχετίζονται με την παιδική παχυσαρκία κρίνεται απαραίτητη, προκειμένου να αναπτυχθούν οι κατάλληλες στρατηγικές παρέμβασης για την πρώιμη αντιμετώπιση του προβλήματος.
Τα στοιχεία από τον ελληνικό χώρο δείχνουν ότι η παιδική παχυσαρκία έχει αυξηθεί ανησυχητικά τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα να είναι σήμερα από τις υψηλότερες στην Ευρώπη6,7. Αναφορικά με τη σχέση ανάμεσα στην παιδική παχυσαρκία και τις συνήθειες του τρόπου ζωής τα δεδομένα στη χώρα μας είναι λιγοστά8-10 και τα συμπεράσματά τους δεν είναι γενικεύσιμα, δεδομένου ότι η συνεργιστική επίδραση των παραγόντων που σχετίζονται με την εμφάνισή της είναι πιθανόν να διαφοροποιείται από περιοχή σε περιοχή. Σε προηγούμενη έρευνά μας11 αναφέρθηκαν υψηλά ποσοστά υπερβολικού βάρους και παχυσαρκίας σε  ένα μικρό δείγμα μαθητών από την περιοχή της Βορειοανατολικής Αττικής. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την έλλειψη ερευνητικών δεδομένων από τη συγκεκριμένη περιοχή, μας οδήγησαν στη διεξαγωγή της παρούσας έρευνας, με σκοπό την εκτενέστερη διερεύνηση της παιδικής παχυσαρκίας και της σχέσης της με τις συμπεριφορές διατροφής και σωματικής δραστηριότητας των μαθητών. 

 

Υλικό και μέθοδος

Πληθυσμός της μελέτης

Η μελέτη πραγματοποιήθηκε στην περιοχή της Βορειοανατολικής Αττικής κατά το σχολικό έτος 2005-2006 με την έγκριση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, αποτελεί δε τμήμα ευρύτερης έρευνας με σκοπό τη διερεύνηση της σχέσης της παχυσαρκίας με τους δείκτες υγείας και τον τρόπο ζωής των μαθητών. Για τους σκοπούς της έρευνας επιλέχθηκαν τυχαία 15 δημοτικά σχολεία της περιοχής, στα οποία φοιτούσαν 393 μαθητές της ΣΤ΄ τάξης. Για τη συμμετοχή των παιδιών ζητήθηκε έγγραφη άδεια των γονέων, κατόπιν λεπτομερούς ενημέρωσής τους μέσω επιστολής. Από το σύνολο των 393 μαθητών, 378 μαθητές ηλικίας 11.4±0.4 ετών (181 αγόρια, 197 κορίτσια, ποσοστό συμμετοχής 96.2%) με σύμφωνη γνώμη των γονέων τους αξιολογήθηκαν στους ανθρωπομετρικούς δείκτες, στις διατροφικές συνήθειες, στη φυσική δραστηριότητα και σε επιλεγμένες δοκιμασίες φυσικής κατάστασης. Η πλειοψηφία των μαθητών είχε ως μητρική γλώσσα την Ελληνική (90.2%) και προέρχονταν κυρίως από οικογένειες μεσαίου (39%) και υψηλού (58.4%) μορφωτικού επιπέδου.

Διερευνούμενοι παράγοντες

Καταγράφηκαν τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων (φύλο, ηλικία, αριθμός παιδιών στην οικογένεια, μορφωτικό επίπεδο γονέων). Για τη μέτρηση των ανθρωπομετρικών δεικτών οι μαθητές ήταν ντυμένοι ελαφριά και χωρίς υποδήματα, σύμφωνα με τις οδηγίες τής Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας. Το βάρος μετρήθηκε με ψηφιακή ζυγαριά ακριβείας με προσέγγιση ±100 gr. Το ύψος μετρήθηκε με την πλάτη ίσια και ακουμπισμένη σε αναστημόμετρο τοίχου, με προσέγγιση ±0.5 cm. Από τα στοιχεία αυτά υπολογίστηκε ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ), ως το πηλίκο του βάρους δια του ύψους στο τετράγωνο (kg/m2). Με βάση το φύλο και την ηλικία τους τα παιδιά ταξινομήθηκαν σε φυσιολογικά, υπέρβαρα και παχύσαρκα, σύμφωνα με τα διεθνώς αποδεκτά όρια του ΔΜΣ για την αξιολόγηση του υπερβολικού σωματικού βάρους και της παχυσαρκίας σε παιδιά 2-18 ετών12.
Η συλλογή των διατροφικών δεδομένων έγινε με τη μέθοδο της 24ωρης ανάκλησης13. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να καταγράψουν με ακρίβεια το είδος και την ποσότητα όλων των γευμάτων, ποτών, αναψυκτικών και τυχόν συμπληρωμάτων που κατανάλωσαν στη διάρκεια της προηγούμενης ημέρας, υπό τον όρο ότι ήταν μια συνηθισμένη ημέρα. Για την ακριβή εκτίμηση των ποσοτήτων και του μεγέθους μιας κανονικής μερίδας χρησιμοποιήθηκαν έγχρωμες φωτογραφίες τροφίμων. Η ανάλυση των τροφίμων έγινε σύμφωνα με τους «Πίνακες σύνθεσης τροφίμων και ελληνικών φαγητών»14, καθώς και τις ετικέτες συσκευασμένων τροφίμων που κυκλοφορούν στην ελληνική αγορά, με βάση τα οποία εκτιμήθηκαν η συνολική προσλαμβανόμενη ενέργεια σε θερμίδες και η πρόσληψη υδατανθράκων, πρωτεϊνών, λιπών και κορεσμένων λιπαρών οξέων, ως ποσοστό της ημερήσιας θερμιδικής πρόσληψης.
Η φυσική δραστηριότητα αποτιμήθηκε με το Ερωτηματολόγιο Φυσικής Δραστηριότητας και Τρό­που Ζωής (ΕΦΔΤΖ)15, το οποίο αποτελεί ένα αξιόπιστο και έγκυρο εργαλείο για την αξιολόγηση της φυσικής δραστηριότητας των μαθητών, ανταποκρινόμενο στις ιδιαίτερες πολιτισμικές συνθήκες της χώρας μας. Οι μαθητές κλήθηκαν να καταγράψουν όλες τις φυσικές δραστηριότητες στις οποίες συμμετείχαν στη διάρκεια μιας τυπικής εβδομάδας και πιο συγκεκριμένα τις τελευταίες 7 ημέρες. Για όλες τις δραστηριότητες οι μαθητές έπρεπε να δώσουν αναλυτικές πληροφορίες σχετικά με την ένταση, τη συχνότητα και τη διάρκεια συμμετοχής τους σε αυτές. Με βάση τα στοιχεία αυτά και την ταξινόμηση των φυσικών δραστηριοτήτων σύμφωνα με το ενεργειακό τους κόστος σε μεταβολικά ισοδύναμα (ΜΕΤs), υπολογίστηκε ο εβδομαδιαίος χρόνος συμμετοχής των μαθητών (ώρες/εβδομάδα) σε δραστηριότητες μέτριας (3-6 ΜΕΤs) και υψηλής έντασης (>6 ΜΕΤs). Επιπλέον υπολογίστηκε ο συνολικός χρόνος (ώρες/εβδομάδα) που οι μαθητές αφιέρωναν σε καθιστικές δραστηριότητες και ειδικότερα στην παρακολούθηση τηλεόρασης και την ενασχόληση με ηλεκτρονικά παιχνίδια.
Για την αξιολόγηση της φυσικής κατάστασης όλοι οι μαθητές υποβλήθηκαν στις δοκιμασίες: δίπλωση από καθιστή θέση (ευλυγισία), παλίνδρομο τρέξιμο 20μ. (καρδιοαναπνευστική αντοχή), και αναδιπλώσεις από την κατάκλιση σε 30 sec (μυϊκή αντοχή κορμού). Οι παραπάνω δοκιμασίες περιλαμβάνονται στην Ευρωπαϊκή Δέσμη Δοκιμασιών EUROFIT16, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα με σκοπό την αξιολόγηση της φυσικής κατάστασης Ευρωπαϊκών παιδικών πληθυσμών. Οι διάφορες δοκιμασίες καθώς και ο τρόπος διεξαγωγής τους περιγράφονται στο σχετικό εγχειρίδιο.
 

Αποτελέσματα 

[...] Δεν διαπιστώθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ αγοριών και κοριτσιών ως προς το ύψος, το βάρος, ή το ΔΜΣ. Σύμφωνα με τα κριτήρια της Διεθνούς Ομάδας Εργασίας για την Παχυσαρκία12, το 62.2% των μαθητών είχαν φυσιολογικό ΔΜΣ, το 28.3% ήταν υπέρβαροι και το 9.5% παχύσαρκοι, χωρίς σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων.Η μέση ημερήσια θερμιδική πρόσληψη ήταν παρόμοια για αγόρια και κορίτσια. Αναφορικά με τα επιμέρους μακροθρεπτικά στοιχεία, η ποσοστιαία κατανάλωση υδατανθράκων ανήλθε στο 52.4%, των λιπών στο 26.5% και των πρωτεϊνών στο 21.1%. Τα κορίτσια ανέφεραν ελαφρώς υψηλότερη πρόσληψη υδατανθράκων σε σχέση με τα αγόρια, ενώ η πρόσληψη πρωτεϊνών ήταν υψηλότερη στα αγόρια. Δεν διαπιστώθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων στις υπόλοιπες διατροφικές παραμέτρους. 
   Με βάση τα αποτελέσματα των αναλύσεων, τα κορίτσια ανέφεραν περισσότερες ώρες συμμετοχής σε φυσικές δραστηριότητες μέτριας έντασης, ενώ τα αγόρια δήλωσαν περισσότερο χρόνο συμμετοχής σε φυσικές δραστηριότητες υψηλής έντασης. Δεν διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων στο χρόνο παρακολούθησης τηλεόρασης και ενασχόλησης με ηλεκτρονικά παιχνίδια. Αναφορικά με τις παραμέτρους φυσικής κατάστασης, τα κορίτσια υπερείχαν στην ευλυγισία, ενώ τα αγόρια σημείωσαν καλύτερες επιδόσεις στις δοκιμασίες της καρδιοαναπνευστικής αντοχής και της μυϊκής αντοχής κορμού.
Τέλος, από την ανάλυση συσχέτισης και αφού λήφθηκαν υπόψη η ηλικία και το φύλο (partial correlation), προέκυψε ότι ο ΔΜΣ παρουσίασε ισχυρή αρνητική συσχέτιση με την καρδιοαναπνευστική αντοχή και ασθενέστερες αρνητικές συσχετίσεις με το χρόνο συμμετοχής σε δραστηριότητες υψηλής έντασης, με το συνολικό χρόνο συμμετοχής σε φυσικές δραστηριότητες  και με την πρόσληψη υδατανθράκων. Επιπλέον, χαμηλές, αλλά στατιστικά σημαντικές θετικές συσχετίσεις βρέθηκε ανάμεσα στο ΔΜΣ και στην πρόσληψη λιπών και πρωτεϊνών στη διατροφή


Συζήτηση
Στην παρούσα έρευνα καταγράφηκε η συχνότητα της παιδικής παχυσαρκίας στην περιοχή της Βορειοανατολικής Αττικής, ενώ εξετάστηκε και η σχέση του ΔΜΣ με τις συμπεριφορές διατροφής και σωματικής δραστηριότητας. Από τα αποτελέσματα της μελέτης διαπιστώθηκε ότι το 38% των παιδιών που εξετάστηκαν είχαν πρόβλημα βάρους. Τα ευρήματα αυτά συμφωνούν με πρόσφατες έρευνες από άλλες περιοχές της Ελλάδας, όπου 3-4 στα 10 παιδιά εμφανίζονται σωματικά υπέρβαρα (υπερβολικό βάρος: 21.6-30.3%, παχυσαρκία: 5.6-12.7%)9,11,17,18. Από την άλλη μεριά, τα ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας στην παρούσα μελέτη εμφανίζονται αυξημένα σε σχέση με τα ποσοστά που αναφέρθηκαν σε πανελλήνιο δείγμα παιδιών σχολικής ηλικίας19. Θα πρέπει να επισημανθεί, ωστόσο, ότι η συγκεκριμένη έρευνα βασίστηκε σε αυτοαναφερόμενα στοιχεία, γεγονός που αυξάνει το επίπεδο αμφισβήτησης για την ακρίβεια και εγκυρότητα των αποτελεσμάτων20. Σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, τα ποσοστά των παχύσαρκων παιδιών στο παρόν δείγμα είναι παρόμοια με εκείνα της Ιταλίας και της Πορτογαλίας (υπερβολικό βάρος: 20.3-21.4%, παχυσαρκία: 8.4-11.3%)21,22, ενώ εμφανίζονται υψηλότερα σε σχέση με την Τουρκία και τις χώρες της Βόρειας Ευρώπης (υπερβολικό βάρος: 6.5-18.3%, παχυσαρκία: 1.1-6.6%)1,23.
Η μέση ημερήσια θερμιδική πρόσληψη του δείγματος ήταν κατά 18% χαμηλότερη σε σχέση με τη συνιστώμενη ενεργειακή πρόσληψη για παιδιά 11-14 ετών24, αλλά και σε σχέση με προηγούμενες αναφορές από τον ελληνικό χώρο σε παιδιά παρόμοιας ηλικίας9. Ωστόσο, υπάρχει η πιθανότητα τα παιδιά να υποεκτίμησαν τη θερμιδική τους πρόσληψη για διάφορες αιτίες. Είναι γεγονός ότι η διατροφική αξιολόγηση που στηρίζεται σε αυτοαναφερόμενα δεδομένα υπόκειται σε σφάλμα υποεκτίμησης, το οποίο στα παιδιά αυτής της ηλικίας ανέρχεται σε 17-33% της συνολικής ενεργειακής πρόσληψης25 και εξαρτάται από τα φυσιολογικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων26. Θα μπορούσε επομένως να υποθέσει κάποιος ότι η συνολική ενεργειακή πρόσληψη του δείγματος ήταν πιθανώς υψηλότερη, κάτι που ενισχύεται και από τις υψηλές τιμές του ΔΜΣ. Έχει βρεθεί ότι ο ΔΜΣ επηρεάζει αρνητικά την ακρίβεια των αυτοαναφερόμενων στοιχείων, με τα παχύσαρκα παιδιά να παρουσιάζουν την τάση να υποεκτιμούν την ενεργειακή τους πρόσληψη σε μεγαλύτερο βαθμό, σε σύγκριση με τα παιδιά φυσιολογικού βάρους27.

Η σχέση της φυσικής δραστηριότητας με την υγεία έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά και αφορά τόσο τους ενήλικες όσο και τα παιδιά. Προκειμένου να επιτευχθούν ουσιαστικά οφέλη για την υγεία, τα παιδιά πρέπει να συμμετέχουν σε τουλάχιστον 60 λεπτά σωματικών δραστηριοτήτων μέτριας έως υψηλής έντασης καθημερινά28. Στο σύνολό τους, οι μαθητές της παρούσας μελέτης ανέφεραν ότι αφιέρωναν 8.2±5.8 ώρες εβδομαδιαίως σε φυσικές δραστηριότητες, εκπλήρωναν δηλαδή οριακά τις διεθνείς συστάσεις φυσικής δραστηριότητας με στόχο την υγεία. Από την άλλη μεριά, στην τηλεόραση και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια οι μαθητές αφιέρωναν περίπου 68% περισσότερο χρόνο (13.8±5.2 ώρες/ εβδομάδα) σε σχέση με το χρόνο που αφιέρωναν σε φυσικές δραστηριότητες. Αν και στο συνολικό χρόνο εμπλοκής σε φυσικές δραστηριότητες δεν βρέθηκαν διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, τα αγόρια αφιέρωναν σημαντικά περισσότερο χρόνο σε δραστηριότητες υψηλής έντασης, γεγονός που ερμηνεύει και την υπεροχή τους στην καρδιοαναπνευστική αντοχή. Είναι γεγονός ότι οι δραστηριότητες υψηλής έντασης επιφέρουν μεγαλύτερη βελτίωση της καρδιοαναπνευστικής αντοχής σε σχέση με τις δραστηριότητες μέτριας έντασης29.
Ενδιαφέροντα στοιχεία προέκυψαν και από τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ ΔΜΣ και συμπεριφορών φυσικής δραστηριότητας και διατροφής. Η αρνητική συσχέτιση του ΔΜΣ με τη φυσική δραστηριότητα και την καρδιοαναπνευστική αντοχή στο παρόν δείγμα ενισχύουν την αντίληψη ότι η συστηματική φυσική δραστηριότητα μπορεί να αποτρέψει την υπερβολική αύξηση λίπους στο σώμα, χάρη στην αύξηση του βασικού μεταβολισμού και την αυξημένη καύση λιπών σε σχέση με τους υδατάνθρακες. Αλλά και η καρδιοαναπνευστική αντοχή δρα προστατευτικά ενάντια στην παχυσαρκία, καθώς η βελτίωσή της συμβαδίζει με την αύξηση της ικανότητας των μυών να «καίνε» τα λίπη, γεγονός που έχει ως συνέπεια την αυξημένη ανοχή στα λίπη των τροφών. Επομένως, τα υπέρβαρα παιδιά που αυξάνουν τα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας και βελτιώνουν την αντοχή τους, μπορούν να ελέγξουν καλύτερα το βάρος τους καταναλώνοντας περισσότερες θερμίδες και «καίγοντας» αποτελεσματικότερα τα λίπη, ενώ παράλληλα είναι σε θέση να συμμετέχουν για περισσότερο χρόνο σε σωματικές δραστηριότητες χωρίς να κουράζονται. Η προαγωγή της φυσικής δραστηριότητας και η βελτίωση της καρδιοαναπνευστικής αντοχής θα πρέπει κατά συνέπεια να αποτελούν σημαντικές προτεραιότητες στα προγράμματα παρέμβασης με στόχο την πρόληψη της παιδικής παχυσαρκίας.
Σε αντίθεση με άλλες έρευνες στη χώρα μας και αλλού9,30, ο χρόνος παρακολούθησης τηλεόρασης και ηλεκτρονικών παιχνιδιών δε σχετίστηκε σημαντικά με το ΔΜΣ. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι τα παιδιά της παρούσας έρευνας δαπανούσαν σημαντικά λιγότερο χρόνο μπροστά στην τηλεόραση (<2 ώρες) σε σχέση με τους συνομηλίκους τους στις προαναφερθείσες έρευνες (>2 ώρες). Εξάλλου, παρότι επικρατεί η άποψη ότι τα μειωμένα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας συνεπάγονται αυξημένη συμμετοχή σε καθιστικού τύπου δραστηριότητες, οι Marshall et al.31 πρόσφατα έδειξαν ότι οι καθιστικές και οι φυσικές δραστηριότητες μπορούν κάποιες φορές να ανταγωνίζονται και άλλες φορές να συνυπάρχουν, χωρίς να αποτελούν απαραίτητα δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αυτό σημαίνει πως κάποια παιδιά μπορεί να παρακολουθούν αρκετές ώρες τηλεόραση και παρόλα αυτά να συμμετέχουν επαρκώς σε φυσικές δραστηριότητες σε διαφορετικές χρονικές περιόδους της ημέρας. Βέβαια, σε καμιά περίπτωση δεν θα πρέπει να ενθαρρύνεται η αυξημένη παρακολούθηση τηλεόρασης σ’ αυτές τις ηλικίες, καθώς στη διάρκεια της τηλεθέασης μειώνεται σημαντικά ο μεταβολισμός ηρεμίας32, ενώ παράλληλα τα παιδιά γίνονται δέκτες διαφημίσεων ανθυγιεινών τροφών ή συνηθίζουν να καταναλώνουν τροφές και σνακ με υψηλή περιεκτικότητα ακατάλληλων θερμίδων30.
Επιπλέον ο ΔΜΣ σχετίστηκε θετικά με την πρόσληψη λιπών, ενώ δεν παρουσίασε συσχέτιση με τη συνολική ημερήσια ενεργειακή πρόσληψη. Σε μια μελέτη σε 11-χρονους μαθητές στην περιοχή του Βόλου, οι Manios et al.9 δεν διαπίστωσαν συσχέτιση ανάμεσα στο ΔΜΣ και την ενεργειακή πρόσληψη ή την πρόσληψη λιπών. Επιπλέον οι Koutedakis et al.10 σε μια διαχρονική μελέτη σε εφήβους στην Πιερία αναφέρουν ότι την κύρια αιτία αύξησης του σωματικού λίπους μακροπρόθεσμα αποτελούν η μειωμένη φυσική δραστηριότητα και η χαμηλή καρδιοαναπνευστική αντοχή, ανεξάρτητα από τη διατροφή ή άλλους παράγοντες. Ακόμη και σε έρευνες όπου η πρόσληψη λιπών σχετίστηκε με την παχυσαρκία33, αυτή ερμήνευσε μόλις το 5% της διακύμανσης του σωματικού λίπους. Ο ομόχρονος σχεδιασμός της παρούσας μελέτης δεν επιτρέπει την εξαγωγή συμπερασμάτων για αιτιώδη σχέση της φυσικής δραστηριότητας και της διατροφής με την παχυσαρκία. Ωστόσο, είναι προφανές ότι η διαταραχή της ενεργειακής ισορροπίας του οργανισμού, που οδηγεί στην εκτροπή του σωματικού βάρους από τα φυσιολογικά όρια και στην εμφάνιση της παχυσαρκίας, μπορεί άλλοτε να προκαλείται από την αυξημένη ενεργειακή πρόσληψη και άλλοτε από τη μειωμένη ενεργειακή δαπάνη ή από την αλληλεπίδραση των δύο αυτών περιβαλλοντικών παραγόντων, σε ένα υπόβαθρο που καθορίζεται γενετικά. Επιπλέον, τα ευρήματα που αφορούν τη φυσική δραστηριότητα και τη διατροφή θα πρέπει να αξιολογούνται με προσοχή, δεδομένων των αντικειμενικών μεθοδολογικών δυσκολιών στη μέτρηση αυτών των δύο παραμέτρων (π.χ. υπερεκτίμηση της φυσικής δραστηριότητας και υποεκτίμηση της ενεργειακής πρόσληψης λόγω της ανάγκης για μεγαλύτερη κοινωνική αποδοχή), ιδιαίτερα στα υπέρβαρα και παχύσαρκα παιδιά.
Συνοψίζοντας, τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης επιβεβαιώνουν την αυξημένη συχνότητα εμφάνισης της παιδικής παχυσαρκίας στον ελληνικό χώρο. Τα ευρήματα της έρευνας σηματοδοτούν την ανάγκη εφαρμογής προγραμμάτων πρόληψης της παχυσαρκίας από την παιδική ηλικία. Δεδομένης της πολυπαραγοντικής αιτιολογίας της νόσου, για την αναστροφή της παρούσας κατάστασης απαιτούνται παρεμβάσεις ευρείας κλίμακας, με στόχο την αύξηση της φυσικής δραστηριότητας, τη βελτίωση της φυσικής κατάστασης, την ισορροπημένη διατροφή και την υιοθέτηση εν γένει ενός υγιεινού τρόπου ζωής. Με τις κατάλληλες δράσεις μέσα από το σχολείο, καθώς και την κινητοποίηση όλων των εμπλεκόμενων κοινωνικών δομών (οικογένειας, τοπικής κοινωνίας, ιατρικής κοινότητας, φορέων υγείας), είναι δυνατόν να μειωθεί η συχνότητα της παιδικής παχυσαρκίας και των επιπλοκών της και να θωρακιστεί η μελλοντική υγεία του παιδικού και εφηβικού πληθυσμού της χώρας.


Βιβλιογραφία
1.    Wang Y, Lobstein T. Worldwide trends in childhood overweight and obesity. Int J Pediatr Obes 2006; 1:11-25.
2.    Togashi K, Masuda H, Rankinen T, et al. A 12-year follow-up study of treated obese children in Japan. Inter J Obes Relat Metab Disord 2002; 26:770-7.
3.    Must A, Jacques PF, Dallal GE, et al. Long-term morbidity and mortality of overweight adolescents: A follow up of the Harvard growth study of 1922 to 1935. N Engl J Med 1992; 327:1350-5.
4.    Nicklas T, Yang S, Baranowski Τ, Zakeri I, Berenson G. Eating patterns and obesity in children. The Bogalusa Heart Study. Am J Prev Med 2003; 25:9-16.
5.    Torok K, Szelenyi Z, Porszasz J, Molnar D. Low physical performance in obese adolescent boys with metabolic syndrome. Int J Obes Relat Metab Disord 2001; 25:966-970.
6.    Lissau I, Overpeck MD, Ruan WJ, et al. Body Mass Index and Overweight in Adolescents in 13 European Countries, Israel, and the United States. Arch Pediatr Adolesc Med 2004; 158:27-33.
7.    Magkos F, Manios Y, Christakis G, Kafatos AG. Secular trends in cardiovascular risk factors among school-aged boys from Crete, Greece, 1982-2002. Eur J Clin Nutr 2005; 59(1):1-7.
8.    Krassas GE, Tzotzas T, Tsametis C, Konstantinidis T. Determinants of body mass index in Greek children and adolescents. J Pediatr Endocrinol Metab 2001; 14(Suppl 5):1327-1333.
9.    Manios Y, Yiannakouris N, Papoutsakis C, et al. Behavioral and physiological indices related to BMI in a cohort of primary schoolchildren in Greece. Am J Hum Biol 2004; 16(6):639-647.
10.  Koutedakis Y, Bouziotas C, Flouris AD, Nelson PN. Longitudinal modeling of adiposity in periadolescent Greek schoolchildren. Med Sci Sports Exerc 2005; 37(12):2070-2074.
11.  Tokmakidis SP, Kasambalis A, Christodoulos A. Fitness levels of Greek primary schoolchildren in relationship to overweight and obesity. Eur J Pediatr [Online]. Available at: http://dx.doi.org/10.1007/s00431-006-0176-2. Accessed June 24, 2006.
12.  Cole TJ, Bellizzi C, Flegal KM, Dietz WH. Establishing a standard definition for child overweight and obesity worldwide: international survey. BMJ 2000; 320(7244):1240-1253.
13.  Farris R, Nicklas T. Characterizing children’s eating behavior. In: Suskind RM, Suskind LL, editors. Textbook of pediatric nutrition, 2nd ed. New York: Raven Press 1993, pp. 505-516.
14.  Trichopoulou A. Food composition tables of Greek foods and dishes. Athens, Greece: Passianos, 1992.
15.  Αυγερινός Α, Αργυροπούλου Τ, Almond L, Μιχαλοπούλου Μ. Ένα νέο όργανο αξιολόγησης της ενεργειακής δαπάνης: Αξιοπιστία και εγκυρότητα του "Ερωτηματολογίου Φυσικής Δραστηριότητας και Τρόπου Ζωής". Αθλητική Απόδοση και Υγεία 2000; 2:281-300.
16.  Συμβούλιο της Ευρώπης. Eurofit. Ευρωτέστ για την αξιολόγηση της φυσικής κατάστασης. Επιμέλεια: Σ. Τοκμακίδης. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σάλτο, 1992.
17.  Mamalakis G, Kafatos A, Manios Y, Anagnostopoulou T, Apostolaki I. Obesity indices in a cohort of primary school children in Crete: a six year prospective study. Int J Obes Relat Metab Disord 2000; 24 (6):765-771.
18.  Krassas GE, Tzotzas T, Tsametis C, Konstantinidis T. Prevalence and trends in overweight and obesity among children and adolescents in Thessaloniki, Greece. J Pediatr Endocrinol Metab 2001; 14(Suppl. 5): 1319-1326.
19.  Karayiannis D, Yannakoulia M, Terzidou M, Sidossis LS, Kokkevi A. Prevalence of overweight and obesity in Greek school-aged children and adolescents. Eur J Clin Nutr 2003; 57(9):1189-1192.
20.  Tokmakidis SP, Christodoulos AD, Mantzouranis NI. Validity of Self-Reported Anthropometric Values Used to Assess Body Mass Index and Estimate Obesity in Greek School Children, J Adolesc Health 2006 (in press).
21.  De Vito E, La Torre G, Lanfianno E, Berandi D, Ricciardi G. Overweight and obesity among secondary school children in Central Italy. Eur J Epidemiol 1999; 15(7):649-654.
22.  Padez C, Fernades T, Mouaro I, Moreira P, Rosado V. Prevalence of overweight and obesity in 7-9-year-old Portuguese children: trends in body mass index from 1970-2002. Am J Hum Biol 2004; 16(6):670-678.
23.  Sur H, Kolotourou M, Dimitriou M, et al. Biochemical and behavioral indices related to BMI in schoolchildren in urban Turkey. Prev Med 2005; 41 (2): 614-621.
24.  Buttriss J. Nutrition, health and schoolchildren. Nutr Bull 2002; 27:275-316.
25.  Champagne CM, Baker NB, DeLany JP, Harsha DW, Bray GA. Assessment of energy intake underreporting by doubly labelled water and observations on reported nutrient intakes in children. J Am Diet Assoc 1998; 98:426-433.
26.  Hill RJ, Davies PS. The validity of self-reported energy intake as determined using the doubly labelled water technique. Br J Nutr 2001; 85:415-430.
27.  Bandini LG, Schoeller DA, Cyr HN, Dietz WH. Validity of reported energy intake in obese and nonobese adolescents. Am J Clin Nutr 1990; 52:421-425.
28.  Cavill N, Biddle S, Sallis J. Health Enhancing Physical Activity for Young People: Statement of the United Kingdom Expert Consensus Conference. Ped Exerc Sci 2001; 13:12-25. Human Kinetics Publishers, Inc.
29.  Astrand PO, Rodahl K. Physiological bases of exercise. In: Textbook of work physiology. Physiological bases of exercise (3rd ed.). New York: McGraw-Hill Book Company 1986, pp. 295-353.
30.  Crespo CJ, Smit E, Troiano RP, Bartlett SJ, Macera CA, Andersen RE. Television watching, energy intake and obesity in US children: results from the third national health and nutrition examination survey, 1988-1994. Arch Pediatr Adolesc Med 2001; 155:360-365.
31.  Marshall SJ, Biddle JH, Sallis JF, McKenzie TL, Conway TL. Clustering of sedentary behaviors and physical activity among youth: a cross-sectional study. Ped Exerc Sci 2002; 14:401-417.
32.  Klesges RC, Shelton ML, Klesges LM. Effects of television on metabolic rate: potential implications for childhood obesity. Pediatrics 1993; 91(2):281-6.
33.  McGloin AF, Livingstone MBE, Greene LC, et al. Energy and fat intake in obese and lean children at varying risk of obesity. Int J Obes 2002; 26:200-207.


* Για να γίνει περισσότερο κατανοητό το άρθρο, στην παρούσα έκδοση, δεν αναφέρονται η στατική ανάλυση και τα στατιστικά στοιχεία από τα αποτελέσματα, καθώς και οι πίνακες και τα γραφήματα.
Μπορείτε να βρείτε αυτούσιο το αυθεντικό άρθρο στον παρακάτω σύνδεσμο:



Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:


 Ο Δρ. Αντώνιος Χριστόδουλος είναι Καθηγητής Φυσικής Αγωγής, απόφοιτος του Τ.Ε.Φ.Α.Α. Δ.Π.Θ. με Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης (M.Sc.) στην "Πρόληψη και Αποκατάσταση μέσω Άσκησης" από το Πανεπιστήμιο Ρουρ της Γερμανίας. Επέστρεψε στο Τ.Ε.Φ.Α.Α. Δ.Π.Θ για το Διδακτορικό του (Ph.D.) στον τομέα "Άσκηση και Ποιότητα Ζωής". 

 Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στην επίδραση της άσκησης και της διατροφής στην καρδιαγγειακή υγεία των παιδιών και την πρόληψη της παιδικής παχυσαρκίας, με αρκετές δημοσιεύσεις σε ελληνικά και ξένα επιστημονικά περιοδικά. 

 Διορίστηκε στην Α/θμια Εκπ/ση το 2001. Από το 2008 έως το 2011 διετέλεσε Υπεύθυνος Αγωγής Υγείας στη Δ/νση Α/θμιας Εκπ/σης Ανατολικής Αττικής, ενώ τη διετία 2010-2012 ήταν εθελοντής Πρεσβευτής της δράσης eTwinning στην Αττική. Από το 2011 είναι Διευθυντής στο Δημοτικό Σχολείο Πολυδενδρίου Αν. Αττικής.
Επίσης είναι διεθνής διαιτητής στο παραολυμπιακό άθλημα του γκόλμπολ και κριτής-αξιολογητής άρθρων σε ελληνικά και ξένα επιστημονικά περιοδικά.

Κατάγεται από την Κρανιά Ελασσόνας και είναι παντρεμένος και πατέρας δυό παιδιών.

Contact:  
email: axristod@sch.gr 
  web: http://users.sch.gr/axristod/

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου